Top Menu

«Αχ Θράκη μου!», Ιστορικό μυθιστόρημα, συλλογική μνήμη και τοπική ιστορία

Αχ, Θράκη μου -του συγγραφέα Δημήτρη Μαργαριτόπουλου.

Ομιλία της κ. Βασιλικής Θεοδώρου, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας Νεότερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας του Δ.Π.Θ. στα πλαίσια της παρουσίασης του ιστορικού μυθιστορήματος «Αχ, Θράκη μου» του συγγραφέα Δημήτρη Μαργαριτόπουλου. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία του βιβλιοπωλείου Βαταμίδη, των εκδόσεων ΑΛ.ΔΕ. και της Ένωσης Πολιτιστικών Φορέων Έβρου (ΕΠΟΦΕ) την Κυριακή 4 Μαρτίου 2012 στο Μουσείο.

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα, ανήκει στην κατηγορία εκείνη των ιστορικών μυθιστορημάτων, τα οποία, μέσα από την ιστορία ενός προσώπου, μιας οικογένειας ή ενός συγγενικού δικτύου, ξετυλίγουν ένα μεγαλύτερο κουβάρι, ένα ευρύτερο πλαίσιο εθνικής, βαλκανικής ή ακόμη και παγκόσμιας ιστορίας. Η ομάδα αυτή που διαρκώς εμπλουτίζεται τα τελευταία χρόνια, τείνει να δημιουργήσει μία παράδοση, μια παράδοση που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους ιστορικούς, στο βαθμό που εντάσσεται στο πλαίσιο της έκρηξης μνήμης, χαρακτηριστικό επίσης των κοινωνιών των τελευταίων δεκαετιών. Πολύ κοντά στο είδος της ιστορικής μαρτυρίας ή της αυτοβιογραφίας, οι αφηγήσεις αυτές, καταπιάνονται με θέματα που είχαν μείνει για χρόνια θαμμένα στη λήθη, καθώς άγγιζαν τραυματικές μνήμες και βιώματα των πρωταγωνιστών ή καθώς αφορούσαν πτυχές μιας άσημης, και για αυτό, παραμελημένης πτυχής της ιστορίας. Διαθλασμένα μέσα από τους φακούς της δεύτερης ή και της τρίτης γενιάς, εμπλουτισμένα από τη μελέτη δευτερογενών πηγών, κάποτε από έρευνα σε ιστορικά αρχεία, ή ακόμη και από ταξίδια –προσκυνήματα σε τόπους μνήμης, όπου έζησαν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας, αυτά τα μυθιστορήματα, που συχνά παίρνουν το χαρακτήρα εκπλήρωσης ενός χρέους, προσφέρουν εύληπτες και ενδιαφέρουσες ιστορικές εκδοχές πρόσφατων περιόδων της ιστορίας μας. Οπωσδήποτε πιο κατανοητές και πιο οικείες στον αναγνώστη από εκείνες της επίσημης ή της σχολικής ιστορίας, αυτές οι απόπειρες, άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο πετυχημένες, συμβάλλουν στη συγκρότηση ή την ενίσχυση κοινοτήτων μνήμης, γύρω από έναν πυρήνα τοπικό, κοινωνικό ή ακόμη και ιδεολογικό.

Είναι σαν ρυάκια που χύνονται στην κοίτη της δημόσιας ιστορίας, για να την τροφοδοτήσουν και να καταστήσουν το νόημα της πιο κατανοητό, καθώς το πυκνό και πολυσύνθετο υφάδι της ιστορικότητας της ανθρώπινης εμπειρίας στο παρελθόν, υφασμένο με ένα τρόπο μοναδικό από συγκυρίες, αμετακίνητες δομές, συλλογικές τύχες αλλά και ατομικές δράσεις, έρχεται πιο κοντά μας μέσα από το πρίσμα της μικροϊστορίας, για να μας θυμίσει τον τρόπο που το ιστορικό πλαίσιο μιας εποχής καθορίζει κάθε φορά τις ζωές των ανθρώπων. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, οι ξεριζωμοί, η εγκατάσταση σε άλλο τόπο καιτο νέο ξεκίνημα, οι ανατροπές της ζωής, οι κύκλοι της βίας, οι τραγικές, για τις τύχες των ανθρώπων, συνέπειες των εθνικών αντιπαλοτήτων, των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και των κοινωνικών διχασμών, γεγονότα τραυματικά, ή μνήμες βασανιστικές, -που συνόδευσαν ανθρώπους κάποτε μια ολόκληρη ζωή χωρίς ποτέ να ξεπεραστούν-, βρίσκονται συχνά στην αφετηρία αυτού του εγχειρήματος , αυτής της δημοκρατικής διαδικασίας συγκρότησης της μνήμης, ένα είδος αυτοθεραπείας που αναλαμβάνουν οι απόγονοι, προσφέροντας στους νεώτερους μία βάση για ποικίλους συλλογισμούς και αναστοχασμούς. Είναι φανερό ότι η εκπλήρωση ενός χρέους απέναντι στους προγόνους, τους συντοπίτες, ή τους ομοϊδεάτες, που μοιάζει πολλές φορές να αναλαμβάνει ο συγγραφέας, προέχει σε αυτές τις χειρονομίες περισσότερο από τις αναζητήσεις ενός λογοτεχνικού ύφους. Είναι σαν ο συγγραφέας να αναλαμβάνει να κλείσει κάποιους λογαριασμούς εν ονόματι της οικογένειας, της κοινότητας ή της γενιάς. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα αφιερώνεται στους απανταχού θράκες.

Αν και η Μικρασιατική καταστροφή και η εγκατάσταση των προσφύγων του 1922 έχει αποτελέσει το κατεξοχήν υφάδι αυτών των μυθοπλασιών-αφηγήσεων, οι μετακινήσεις πληθυσμών που προκλήθηκαν λίγο πριν ή εξαιτίας του Α ΠΠ, και αφορούν διαφορετικά γεωγραφικά πλαίσια δεν έχουν προκαλέσει ένα ανάλογο ενδιαφέρον. Το Αχ Θράκη μου, περιγράφει τις μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων και του Α ΠΠ μέσα από το πρίσμα της μικροϊστορίας. Έρχεται έτσι, να συμπληρώσει αυτό το κενό και να φωτίσει κάποιες σχετικά άγνωστες πτυχές αυτής της περιόδου. Πράγματι, οι βίαιες μεταναστεύσεις των ελληνικών πληθυσμών της Ανατολικής Θράκης την πρώτη εικοσαετία του 20ού αιώνα, δεν έχουν βρει τη θέση τους, όχι μόνο στο πλαίσιο της ιστορικής μυθοπλασίας αλλά και σε εκείνο της επίσημης ιστορίας.

Μια δεύτερη ιδιαιτερότητα του βιβλίου είναι ότι εστιάζει στην ιστορία του αγροτικού κόσμου, του αργόσυρτου κόσμου της υπαίθρου της περιοχής της Βιζύης, του χωριού Άη Γιάννης και των γύρω χωριών του ορεινού όγκου της Στράντζας, περιοχών σχετικά άγνωστων ακόμη και για την ιστορία της Ανατολικής Θράκης, σε αντίθεση με τα περισσότερα ιστορικά μυθιστορήματα που περιγράφουν τα αστικά στρώματα, τις πόλεις, τους εγγράμματους και γενικότερα τον αστικό πολιτισμό, συνέπεια αναμενόμενη άλλωστε καθώς η ιστορική ματιά έχει εστιάσει κυρίως στην ανάπτυξη των πόλεων του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Η οικονομική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε από το β μισό του 19ου αιώνα στα κυριότερα αστικά κέντρα της Θράκης, την Αδριανούπολη, τις Σαράντα εκκλησιές, τη Φιλιππούπολη αλλά και σε μικρότερα, όπως τη Ραιδεστό, την Καλλίπολη, τη Σηλυβρία κ.ά. οδήγησε, ανάμεσα στα άλλα στην ενίσχυση των αστικών μορφών κοινωνικότητας και στη δημιουργία ενός δικτύου συλλόγων, φιλεκπαιδευτικών, φιλανθρωπικών και ψυχαγωγικών.

Στο Αχ θράκη μου παρακολουθούμε την ιστορία του Σταμάτη, ενός έξυπνου χωριατόπαιδου που καταφέρνει να κάνει περιουσία σπάζοντας την οικογενειακή παράδοση των φτωχών καρβουνιάρηδων, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι τα γεράματά του, περίπου από το 1870 μέχρι τη δεκαετία του 1930. Με αφορμή τον ίδιο παρακολουθούμε παράλληλα την ιστορία της οικογένειας και του χωριού του, εγγεγραμμένη στον καμβά της τοπικής, της εθνικής και της ευρύτερης ιστορίας. Αν και τα εθνικά γεγονότα, οι κύκλοι της βίας, προσδιορίζουν την πορεία των ηρώων, το αφήγημα ισορροπεί σε περιόδους ειρήνης και πολέμου, προσφέροντας στον αναγνώστη τα κλειδιά για την κατανόηση όλων των όψεων της ζωής των κατοίκων της αγροτικής Ανατολικής Θράκης στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Πληροφορούμαστε έτσι για πτυχές του οικονομικού και του κοινωνικού βίου, όπως για την οργάνωση της εργασίας, -οικιακής, αγροτικής και βιοτεχνικής- τις πραγματικότητες της προβιομηχανικής κοινωνίας, τη συγκρότηση του κοινωνικού κύρους, τη λειτουργία των συντεχνιών, τις μορφές κοινωνικότητας αλλά και τις πρακτικές παραβατικότητας, όπως η ληστεία. Αναφορές γίνονται επίσης στους ρόλους των δύο φύλων και τον καταμερισμό του έργου στην οικιακή οικονομία, αλλά και στον κόσμο των νοοτροπιών και των στάσεων απέναντι στον έρωτα, την παιδική εργασία, τη μόρφωση και τις γυναίκες. Οι συνέχειες και οι τομές εικονογραφούν το μεταίχμιο από την παράδοση στη νεωτερικότητα. Έτσι, μέσα από την ιστορία του Σταμάτη παρακολουθούμε το μακρό σχεδόν ακίνητο χρόνο της ιστορίας, τις αδράνειες του αγροτικού κόσμου, που είναι εγγεγραμμένες στις νοοτροπίες των ανθρώπων, όπως για παράδειγμα του πατέρα του, Ντίνου Αγκουνά, καρβουνιάρη στα βουνά της Στράντζας, πάππου προς πάππο. Οι αδράνειες αυτές τονίζονται μέσα από την αντίδραση που συναντά ο Σταμάτης όταν εκδηλώνει την επιθυμία του να μην ακολουθήσει την οικογενειακή παράδοση αλλά να δοκιμάσει να πειραματιστεί με αυτό που του υπαγορεύει η κλίση του, την κατασκευή αλευρόμυλων. Τονίζονται επίσης μέσα από τις δυσκολίες που συναντά για να διεκδικήσει τον έρωτά του. Διαγράφοντας ένα προφίλ δυναμικό που ταιριάζει περισσότερο στον αστό της εποχής του, εισάγει καινοτομίες που θα του αποφέρουν οικονομικά και θα του εξασφαλίσουν κοινωνικό κύρος, θα τον εκθέσουν όμως στον φθόνο των υπόλοιπων μελών της πανίσχυρης συντεχνίας των μυλωνάδων. Παρά τις ανατροπές που θα γνωρίσει η ζωή της οικογένειας από τις μεγάλες αλλαγές της ιστορίας, που θα ενεργοποιήσουν τη βία των αλλοεθνών, ο Σταμάτης θα κινδυνέψει περισσότερο από την κοινωνική και οικονομική αντιζηλία των συντοπιτών του , από τις πρακτικές της ληστείας και από τις θανατηφόρες αρρώστιες, πτυχές που αναδεικνύει ο συγγραφέας, σε μία προσπάθεια να δείξει ότι η βία δεν είναι μόνο εθνική.

Τον καμβά του μυθιστορήματος αποτελούνωστόσο τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν τη ζωή των ανατολικοθρακιωτών στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι δύο ξεριζωμο που έγινανσε δύο φάσεις, το 1914 και το 1922, και οι εθνικές αντιπαλότητες που είχαν ξεσπάσει μεταξύ βουλγαρικών και ελληνικών ανταρτικών ομάδων στις αρχές του 20ού αιώνα, σηματοδότησαν το τέλος μιας μακραίωνης ελληνικής παρουσίας στα εδάφη της Ανατολικής Θράκης. Τα ευημερούντα αστικά κέντρα με ισχυρό ελληνικό στοιχείο και πλούσια πολιτισμική παράδοση, είχαν γνωρίσει την αβεβαιότητα και την εχθρότητα του βουλγαρικού μεγαλοιδεατισμού από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν μετά τη δημιουργία της Ανατολικής Ρωμυλίας, ο τελευταίος διεκδικούσε να επεκταθεί προς τα νότια. Οι διώξεις των Ελλήνων της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1906, οι αρπαγές περιουσιών και οι απαγωγές, ήταν δείγμα των εθνοκαθάρσεων που θα αποτελούσαν τον κανόνα τα επόμενα χρόνια. Αν και λιγότερη γνωστή σε σχέση με την μακεδονική, η θρακική εκδοχή της ελληνο-βουλγαρικής αντιπαλότητας, εκδηλώθηκε αρχικά με την εκπαιδευτική και θρησκευτική διείσδυση στο χώρο της Ανατολικής Θράκης, πριν προσλάβει το χαρακτήρα ένοπλης αναμέτρησης. Η δράση της αντάρτικης ομάδας του Θοδωρακιού Αμπατζόπουλου στα χωριά της Στράντζας, του Σαμμάκοβου, και των Σαράντα Εκκλησιών, που αναφέρεται στο βιβλίο, και η καταδίωξη του αντιπάλου του Σισμανώφ, τοποθετείται στη φάση της ένοπλης σύγκρουσης, ανάμεσα σε βουλγαρικά και ελληνικά ένοπλα σώματα μεταξύ του 1907 και 1909, όταν το ελληνικό κέντρο αποφάσισε να ξεπεράσει τους δισταγμούς και να οργανώσει την άμυνά του απέναντι στις βουλγαρικές εχθροπραξίες με αποστολή όπλων και μυστικών πρακτόρων. Η δημιουργία δύο οργανώσεων στην Αθήνα και την Κωνσταντινούπολη γύρω στο 1908 απέβλεπε στην συγκρότηση ελληνικών αντάρτικων σωμάτων, στην ενίσχυση του φρονήματος των ελλήνων κατοίκων της περιοχής και στην απώθηση της αντίπαλης προπαγάνδας. Ωστόσο η ανακάλυψη ενός φορτίου όπλων που προοριζόταν για τα ένοπλα ελληνικά σώματα το 1909, περιόρισε σημαντικά τη δράση τους, αφήνοντας εκτεθειμένους τους ελληνικούς πληθυσμούς στις βουλγαρικές βιαιότητες. Οι τελευταίες θα ενταθούν το 1913, όταν τα πολεμικά γεγονότα των δύο βαλκανικών πολέμων θα δημιουργήσουν ολέθριες συνθήκες ζωής για τον ελληνισμό της Θράκης. Μεταναστεύσεις, απελάσεις, καταστροφές πόλεων και χωριών, συντέλεσαν ώστε η ανθούσα οικονομία των ελληνικών κοινοτήτων να παραλύσει και η πολιτιστική τους ζωή να ανατραπεί.

Για να κατανοήσει κανείς τα γεγονότα αυτής της περιόδου θα πρέπει να τα τοποθετήσει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Να εστιάσει στις συνέπειες που είχε η εφαρμογή της αρχής των εθνοτήτων σε εκείνες τις περιοχές της βαλκανικής που είχαν πληθυσμούς εθνικά ανομοιογενείς αλλά που εμφορούνταν από ισχυρή εθνική συνείδηση και διεκδικούνταν από αντίπαλα στρατόπεδα. Η Ανατολική Θράκη των αρχών του 20ού αιώνα, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των πληθυσμιακών μετακινήσεων την περίοδο της εθνικής ολοκλήρωσης και της ανόδου τόσο του βουλγαρικού όσο και του τουρκικού εθνικισμού.

Οι βαλκανικοί πόλεμοι με τις ανακατατάξεις που έφεραν στην περιοχή, τις διαρκείς μετακινήσεις πληθυσμών, την αβεβαιότητα, τα αντίποινα και τις εθνικές διεκδικήσεις, πρόσφεραν στους νεότουρκους την ευκαιρία να υλοποιήσουν τα σχέδιά τους: τη δημιουργία αμιγώς τουρκικών περιοχών στην ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης και αυτό με δύο τρόπους: με την εκδίωξη των αλλοεθνών πληθυσμών από τη μια και την εγκατάσταση μουσουλμανικών πληθυσμών από ευρωπαϊκές περιοχές της Αυτοκρατορίας, που περιέρχονταν πλέον, μετά τη δυσμενή για τους Οθωμανούς έκβαση των βαλκανικών πολέμων, σε έλληνες, σέρβους ή βούλγαρους, από την άλλη.

Η χάραξη νέων συνόρων και τα εδαφικά οφέλη των χριστιανικών κρατών, υποχρέωναν τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς να υποχωρούν προς την οθωμανική Αυτοκρατορία, άλλοτε συντεταγμένα και άλλοτε βίαια. Έτσι μουσουλμάνοι από τη Βοσνία, την Ερζεγοβίνη, την Ήπειρο και τη Μακεδονία, μετακινούνταν ανατολικά προς τη Θράκη και τη Μικρά Ασία, για να εγκατασταθούν σε περισσότερο ασφαλείς για αυτούς τόπους, υποχρεώνοντας αντίστοιχα σε μετακίνηση τους χριστιανικούς πληθυσμούς των περιοχών αυτών. Ένα τεράστιο ανθρώπινο κύμα εγκατέλειπε τις εστίες του και έπαιρνε το δρόμο της προσφυγιάς μέσα σε σκηνές αλλοφροσύνης από τη μία και την άλλη πλευρά. Για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Ανατολικής Θράκης οι μετακινήσεις αυτές συχνά πήραν το χαρακτήρα βίαιου ξεριζωμού, που κλιμακώθηκε από τις αρχές του 1912 με την επιβολή βαριάς φορολογίας, τη διαρπαγή περιουσιών, τον εμπορικό αποκλεισμό και την υποχρεωτική στρατολογία, για να κορυφωθεί την άνοιξη του 1914 με τις μαζικές διώξεις και την εγκατάσταση τούρκων μουατζίρηδων στα σπίτια τους. Οι επιλογές που προσφέρονταν στους υποδιωγμό κατοίκους ήταν αφομοίωση ή φυγή. Η οικογένεια του Σταμάτη θα επιλέξει, όπως και οι περισσότεροι έλληνες κάτοικοι της περιοχής της Βυζύης, των Σαράντα Εκκλησιών , της Μήδειας και των νότιων παραλίων της Θράκης, την άτακτη φυγή. Σύμφωνα με καταγραφές, όχι απόλυτα ασφαλείς, γύρω στις 230.000 ανατολικοθρακιώτες επιβιβάστηκαν το 1914 πανικόβλητοι σε τρένα ή σε καράβια από τα λιμάνια της Ραιδεστού, της Ηράκλειας και του Μυριόφυτου για να αποβιβαστούν σε διάφορα λιμάνια της Ελλάδας, να ζήσουν αρκετούς μήνες σε σκηνές και παραπήγματα μέχρι να εγκατασταθούν σε διάφορες περιοχές, κυρίως της Μακεδονίας, ενώ ελληνικοί πληθυσμοί από την Καλλίπολη και τα παράλια της Θράκης υποχρεώνονταν να μετακινηθούν προς την Μ. Ασία για να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς του Α ΠΠ. Μέσα σε λίγους μήνες οι ακμάζουσες ελληνικές κοινότητες με πλούσια πολιτισμική παράδοση και υψηλό βιοτικό επίπεδο έσβησαν. Ρυθμοί ζωής που είχαν παγιωθεί στη διάρκεια αιώνων διακόπηκαν βίαια, ζωές χάθηκαν, άλλες τραυματίστηκαν σωματικά και ψυχικά, άνθρωποι ξέπεσαν για να υπηρετηθούν πολιτικές που σχεδιάστηκαν επί χάρτου. …

Η Κεντρική Επιτροπή που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη για τους πρόσφυγες φρόντισε για την περίθαλψη και την εγκατάσταση τους σε διάφορα χωριά της Μακεδονίας που είχαν εγκαταλειφτεί από τους μουσουλμάνους κατοίκους τους, για τον εφοδιασμό τους με γεωργικά εργαλεία και ζώα. Η αποκατάστασή τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι όροι των διαπραγματεύσεων για τη δημιουργία μίας ελληνοτουρκικής επιτροπής για την ανταλλαγή των πληθυσμών που θα αναλάμβανε τις αποζημιώσεις από τις δύο πλευρές, δεν ολοκληρώθηκαν, καθώς ξέσπασε ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος και οι δυο χώρες βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Το προσφυγικό κύμα του 1914 αποτέλεσε το προοίμιο των όσων επαναλήφθηκαν σε μεγαλύτερη έκταση το 1922. Με δύο νόμους του 1914 «περί εγκαταστάσεως των εποίκων ομογενών εν Μακεδονία και αλλαχού» ορίζονταν οι συνοικισμοί για την εγκατάσταση των προσφύγων. Γύρω στις 170.000 υπολογίζονται οι ομογενείς που εγκαταστάθηκαν σε 356 αγροτικούς οικισμούς που δημιουργήθηκαν σε δημόσιες εκτάσεις και σε 60 τσιφλίκια που ανήκαν σε τούρκους που είχαν εγκαταλείψει την περιοχή. Το 80% των αγροτικών οικισμών στήθηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η διαλυμένη κρατική μηχανή ήταν ωστόσο αδύναμη να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τέτοιου έργου ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις του Α Παγκοσμίου Πολέμου συνεχίζονταν σε περιοχές της Μακεδονίας όπου είχαν εγκατασταθεί πρόσφυγες.

Η οικογένεια του Σταμάτη Αγκουνά θα πρέπει να ήταν μία από τις 209 οικογένειες του χωριού Άη Γιάννης που εμφανίζονται τους καταλόγους της επιτροπής να έχουν εγκατασταθεί σε χωριά της Μακεδονίας. Η παραμονή τους στους καταυλισμούς και η αναζήτηση εργασίας εικονογραφούν τις δυσκολίες των ανατολικοθρακιωτών προσφύγων για ένταξη στον νέο τόπο.…. «Λίγες μέρες αργότερα, τους ξαναμαζεύουν και τους στέλνουν σ’ έναν καταυλισμό έξω από την Καβάλα… Ανθρώπινο κοπάδι που το μετακινούν από χειμαδιό σε χειμαδιό. Οι υποδομές του νέου καταυλισμού, ίδιες μ’ εκείνες των προηγούμενων. Οι σκηνές μπαλωμένες και ποντικοφαγωμένες. Τα παραπήγματα κατασκευασμένα με σανίδια, πισσόχαρτα, χαρτόνια και σκεπασμένα με σάπιες λαμαρίνες που έσταζαν. Οι κοινόχρηστοι χώροι υγιεινής, έννοιες άγνωστες. Πόσιμο νερό από κάτι σκουριασμένες ιππήλατες υδροφόρες που έρχονται κάθε Τρίτη μέρα. Και για το πλύσιμο και τη μπουγάδα, σ’ ένα ρυάκι με πράσινα νερά γεμάτα βατραχόσκατα, μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπέρα. Την κόλασα καλύτερη τη φαντάζονταν»… «Όμως τα λίγα που κερδίζουν οι άντρες, δεν είναι αρκετά για να ζήσουν τις οικογένειές τους. Αναγκάζονται να βγουν στη δούλεψη και οι γυναίκες. Η μόνη δουλειά που προσφέρεται είναι το παστάλι. Ακόμα κι η προτελευταία κόρη της Θεανώς, η Ζαφειριώ, έξι χρονών κοριτσάκι-… πηγαίνει με τη μάνα της και δουλεύει για ένα τέταρτο του μεροκάματου, ανοίγοντας και κλείνοντας την πόρτα της καπναποθήκης για να μπαινοβγαίνουν οι εργάτες» (σ. 179). Τελικά αποφασίζουν να εγκατασταθούν σ ένα εγκαταλειμμένο ορεινό τουρκοχώρι κοντά στο Κιλκίς, το Σεϊγντελί, το οποίο τους θυμίζει τον Άη Γιάννη. Η νοσταλγία της πατρίδας ωστόσο και η σύγκριση με το επίπεδο ζωής που είχαν γνωρίσει, κάνει την προσαρμογή δύσκολη. Για αυτό η απόφαση για επιστροφή στην πατρίδα, το 1920, λίγο μετά την υπογραφή της Συνθήκη των Σεβρών, όταν όλη η περιοχή μέχρι τα προάστια της Κωνσταντινούπολης περιέρχεται σε ελληνική διοίκηση, θα παρθεί δίχως δεύτερη σκέψη. Με άλλους 130.000 περίπου ανατολικοθρακιώτες, θα προσπαθήσουν να ξαναστήσουν τις επιχειρήσεις τους και να ξαναβρούν τους παλιούς ρυθμούς ζωής, τους οποίους όμως, δύο χρόνια αργότερα, θα ανακόψει για δεύτερη φορά, η ανακωχή στα Μουδανιά. Ο φόβος των αντιποίνων θα κυριαρχήσει τον Οκτώβριο του 22. Άλλοι με πλοία, άλλοι με αραμπάδες, με κάρα και βοϊδάμαξες και άλλοι με τα πόδια, εγκατέλειπαν την Τουρκία και περνούσαν τον Έβρο για να καταλήξουν στη δυτική Θράκη ή την Μακεδονία.Ούτε η παρουσία του στρατού ούτε οι διαβεβαιώσεις της διασυμμαχικής επιτροπής για συντονισμένη και πειθαρχημένη αποχώρηση μπόρεσαν να αναχαιτίσουν τον πανικό. Η μετακίνηση προς την Ελλάδα θα είναι και πάλι άτακτη, αυτή τη φορά όμως οριστική.

Καθώς το μυθιστόρημα στηρίζεται σε αυτοβιογραφικά στοιχεία, θα μπορούσε να εμπλουτίσει το υλικό που συγκεντρώνουν σύλλογοι , μουσεία, και ιδιώτες με σκοπό είτε την κατανόηση της ιστορίας των παππούδων είτε τη δημιουργία μιας υποδομής τοπικής ιστορίας. Είναι γεγονός ότι η πολιτεία δεν είναι ιδιαίτερη ευαίσθητη σ ε θέματα ιστορικής μνήμης, κυρίως σε ότι αφορά τη νεώτερη ιστορία. Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πολλά παραδείγματα. Το αρχείο της Ελληνικής Διοίκησης Θράκης που θα μας αποκάλυπτε πολλά για την οργάνωση της εξουσίας τα δύο χρόνια της ελληνικής διοίκησης στην Ανατολική Θράκη, έχει χαθεί. Το ίδιο συμβαίνει με το αρχείο των Γραφείων Εποικισμού, τα οποία στήθηκαν μετά το 1924. Αν κάποιος θέλει να κάνει έρευνα για την εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή της Θράκης, η οποία να στηρίζεται σε σειρές δεδομένων, δεν έχει πολλές ελπίδες να βρει υλικό στον κατεξοχήν τόπο που θα έπρεπε να βρίσκεται για να τροφοδοτεί την τοπική ιστορία. Αγνοούνται έτσι σημαντικές πτυχές της οικονομικής και της κοινωνικής μας ιστορίας. Δεν υπάρχει επίσης κανένα ενδιαφέρον για το παρελθόν ανθρώπων που δεν ήταν διάσημοι, δεν είχαν θέσεις ευθύνης και δεν άφησαν ίχνη στην ιστορία, η σιωπηλή πλειοψηφία, και αυτό από μία στρεβλή αντίληψη για το τι συνιστά ιστορία και τι πρέπει να συγκρατεί η συλλογική ιστορική μνήμη. Τα τοπικά ιστορικά αρχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν κέντρα ανάπτυξης της τοπικής ιστορίας πολλές φορές υπολειτουργούν, είτε από έλλειψη κατάλληλου προσωπικού είτε από έλλειψη ενδιαφέροντος. Θα σας θυμίσω ότι το τοπικό παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους –τα ΓΑΚ-νομού Έβρου, όπου θα έπρεπε να συγκεντρώνονται όλα τα ιστορικά τεκμήρια που αφορούν την περιοχή- δημιουργήθηκαν το 1993. Ωστόσο, μόλις το 2010 στεγάστηκαν οριστικά, μετά από διάφορες περιπλανήσεις και άρχισε η ταξινόμησή τους. Εν τω μεταξύ είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος. Η αδιαφορία για τη διάσωση των ιχνών που μας συνδέουν με το παρελθόν, σε συνδυασμό με την άγνοια του τρόπου με τον οποίο συγκροτείται η επιστημονική γνώση οδηγούν σε κοινωνίες α ιστορικές και σε γενιές χωρίς ιστορική κουλτούρα, σε γενιές επομένως που δεν θα αντιλαμβάνονται την ιστορικότητα του δικού τους παρόντος. Η συνήθης απάντηση που παίρνουν οι ιστορικοί όταν απευθύνονται σε υπηρεσίες για αναζήτηση τεκμηρίων είναι ότι αυτά είτε καταστράφηκαν από τους εχθρούς, είτε πλημμύρισαν τα υπόγεια κ.λ.π. Έτσι, παρόλο που κολακευόμαστε να αναπτύσσουμε μία ρητορική υψηλών τόνων για το εθνικό μας παρελθόν, ουσιαστικά το αγνοούμε, το υποτιμούμε και δεν έχουμε πολλές ελπίδες να το προσεγγίσουμε επιστημονικά καθώς δεν είμαστε υποψιασμένοι για το πώς είναι δυνατόν να διασωθούν κάποια ίχνη του που αποτελούν το κατεξοχήν εργαλείο των ιστορικών.

Ελλείψει στοιχείων για τη ζωή των άσημων προγόνων μας , οι απόπειρες που κάνουν κάποιοι δραστήριοι συμπολίτες μας στο πλαίσιο συλλόγων και άλλων πολιτιστικών φορέων, κινούμενοι από μία συναισθηματική ώθηση ή μία αίσθηση καθήκοντος, μπορεί να αποβούν πολύτιμες για την τοπική ιστορία, αρκεί να γίνονται με γνώση. Ιδιαίτερα για την ιστορία της Ανατολικής Θράκης που δεν έχει βρει τη θέση της στη συλλογική μνήμη και αγνοείται από τους περισσότερους Έλληνες, οι πρωτοβουλίες αυτές έχουν σημασία. Η συγκέντρωση υλικού, εγγράφων, φωτογραφιών, αντικειμένων και κυρίως η καταγραφή προφορικών μαρτυριών όσο είναι ακόμη καιρός είναι δυνατόν να συντελέσουν στη δημιουργία ευρύτερων συνόλων και στην ανασύσταση όσων πλευρών του παρελθόντος είναι δυνατόν να ανασυσταθούν. Η δημιουργία ιστότοπων που διευκολύνουν την επικοινωνία μεταξύ των μελών μίας κοινότητας, παρά τους περιορισμούς που θέτει η συναισθηματική προσέγγιση και η διαθλασμένη μνήμη των απογώνων, έχουν δώσει αξιοπρόσεκτα αποτελέσματα σε ό,τι αφορά την ιστορία μικρών τόπων.

Ιστορικά μυθιστορήματα όπως το Αχ Θράκη μου που διασώζουν ιστορίες ζωής και ιστορίες κοινωνιών του παρελθόντος μπορούν επίσης να φανούν χρήσιμα στη διδασκαλία της ιστορίας αν αξιοποιηθούν από εκπαιδευτικούς που έχουν γνώση και μεράκι. Το ιστορικά μυθιστορήματα αυτοβιογραφικού τύπου μπορούν να κάνουν την ιστορία πιο ζωντανή, πιο κατανοητή και πιο ευχάριστη και να καλλιεργήσουν ένα αυθεντικό ενδιαφέρον για το μάθημα της ιστορίας. Η εστίαση σε πρόσωπα που έχουν βιώσει όσα η απρόσωπη εκδοχή της επίσημης ιστορίας καταγράφει, μπορεί να καταστήσει το παρελθόν πιο οικείο, να αναδείξει τις ποικίλες όψεις του και να εμπλουτίσει την ιστορική σκέψη και τα συναισθήματα των παιδιών.

, , ,

Χωρίς σχόλια μέχρι στιγμής.

Σχολιάστε