Top Menu

Εκκλησίες

Χώροι λατρείας στη γη του Έβρου έρχονται από τα βάθη των αιώνων και κρατούν ζωντανή τη μνήμη της υπερβατικής σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και το θείο. Τα ταφικά υπόσκαφα, τα παρεκκλήσια, οι ιεροί τόποι λαξευμένοι σε σπηλιές, ξωκλήσια, μοναστήρια και ναοί είναι συνδεδεμένοι με την ιστορία του τόπου.

Από το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ως την κατάλυση της Οθωμανικής κυριαρχίας προκλήθηκαν στη Θράκη σημαντικές πληθυσμιακές ανακατατάξεις. Από τα τέλη του 14ου αιώνα, στον Ν. Έβρου, οι ετερόδοξοι δερβίσηδες (μη σουνίτες δηλαδή ) ίδρυσαν μοναστηριακά συγκροτήματα, τους τεκέδες, από εκεί έλεγχαν και φρουρούσαν τις οδικές αρτηρίες, απολαμβάνοντας φορολογικές ελαφρύνσεις και αναπτύσσοντας ιεραποστολική δράση, καθώς προσέφεραν υπηρεσίες στους διερχόμενους ταξιδιώτες.

Στα αλλοτινά δερβενοχώρια Γονικό – Μεγ. Δέρειο και Ρούσα όπου φύλαγαν το ορεινό πέρασμα από την Ανατολική Ροδόπη προς το Σουφλί και το Διδυμότειχο, βρίσκεται ο τεκές του Κιζίλ Ντελή. Η ίδρυσή του ανάγεται στο 1402 και αποτελεί το πιο σεβαστό προσκύνημα των μπεκτασίδων της περιοχής. Στα πρώιμα αρχιτεκτονικά μνημεία ανήκει και ο κάτω τεκές του Μικρού Δερείου. Μέσα στον εξαγωνικό, λιθόκτιστο τεκέ υπάρχει το κενοτάφιο του Κιζίλ Ντελή ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εδραίωση του μπεκτασισμού στα Βαλκάνια.

εκκλησιαστικά εκθέματα

Για τους Έλληνες η θρησκεία, γίνεται όπλο αντίστασης τους 5 αιώνες δουλείας και στις εκκλησίες και τα μοναστήρια σφυρηλατείται η εθνική συνείδηση και ταυτότητα. Τον 15ο και 17ο αιώνα στις μεγάλες πόλεις κάστρα όπως την Αδριανούπολη και τη Φιλιππούπολη, οι παλαιοί ναοί επισκευάζονται ή ανεγείρονται νέοι με την οικονομική συνδρομή εύπορων επαγγελματιών. Στην ενδοχώρα δεν επιτρέπεται να κτίζονται νέοι ναοί παρά μόνο να επιδιορθώνονται οι παλιοί, «άνευ ανυψώσεως και διευρύνσεών των». Kτίζονται κρυφά μακριά από το κέντρο του χωριού κρυμμένοι πίσω από ψηλούς μαντρότοιχους. Οι ναοί αυτοί χρονολογούνται από το τέλος του 17ου ως τις αρχές του 18ου αιώνα. Τους συναντάμε στα χωριά της παρέβριας ζώνης αλλά και σε πεδινά περάσματα από όπου οι αραμπατζήδες και οι κερβατζήδες μετέφεραν αγαθά από την Αδριανούπολη, κατά μήκος του Άρδα, στο Ορτάκιοϊ – το Χάσκοβο μέχρι την Φιλιππούπολη και την κεντρική Ροδόπη.

  • Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης του 1806, Dolno Lukovo, (Κάτω Κρεμμυδοχώρι.)
  • Αγίου Παντελεήμονα, Αγία στο Παλιούρι 1705
  • Αγίου Αθανασίου στο Αλεποχώρι 1728

Οι νεώτερες εκκλησίες που αναγείρονται μετά τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ του 1830 είναι διαφοροποιημένες καθώς συμβαδίζουν με τη γενικότερη οικονομική και πνευματική άνθηση του ελληνισμού από τα τέλη του 18ου και κατά τη διάρκεια του 19ου. Στην ανέγερση των μεγάλων ναών συνετέλεσε αποφασιστικά η νέα οικονομικά κοινωνική τάξη των εμποροβιομηχάνων, καθώς και τα κατασκευαστικά ισνάφια που δούλευαν στις μεγάλες ς πόλεις της Θράκης.

Η ισχυρή παρουσία της χριστιανικής αρμενικής κοινότητος στο Διδυμότειχο εγγράφεται στο χώρο με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Παλαιοκαστρίτη – Σουρπ – Κεβόρ(1826-1831). Ο τύπος της τρίκλιτης βασιλικής, που παρά τον αστικό χαρακτήρα και την εκλαΐκευσή του διατηρεί τις ρίζες του από το βυζαντινό παρελθόν, επεκράτησε σε όλο το Θρακικό χώρο.

  • Αγία Αναστασία Μάκρης 1800-1833/4
  • Στον Άγιο Αθανάσιο του 1834
  • Σωτήρα Χριστού του 1846-48
  • Αγίου Αθανασίου 1841-43 στο Σουφλί
  • Αγίου Δημητρίου του 1835 στη Μανδρίτσα

Στα βασικά οδικά δίκτυα όπου μεταφέρονται αγαθά με καμήλες από τα παραλιακά μέρη προς το εσωτερικό της Κεντρικής Βαλκανικής σε κεφαλοχώρια όπως τον Αβαντα, την Ιάνα και την Νίψα κτίζονται νέες εκκλησίες. Το τέμπλο τους είναι απλοϊκό με εντυπωσιακό ζωγραφικό διάκοσμο στα γηγενή χρώματα ενώ η χρήση των συνεχόμενων θολωτών κατασκευών θεωρείται ως επίδραση της οθωμανικής αρχιτεκτονικής.