Top Menu

Υφάνσιμες Ύλες

Το μαλλί, το μετάξι, το βαμβάκι και το λινάρι ήταν οι βασικές ύλες που χρησιμοποιήθηκαν στην υφαντουργία της Θράκης, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πολιτιστική και οικονομική ζωή του τόπου από τον 18ο αιώνα έως τις αρχές του 20ού.

Μαλλί

Το μαλλί και το χοντρό μάλλινο υφαντό ύφασμα, ο αμπάς, αποτελούσαν την πρωταρχική παραγωγή της αγροτικής οικογένειας. Η αυξανόμενη ζήτηση των μάλλινων υφασμάτων από τον 16ο αιώνα στη διευρυμένη Μεσογειακή αγορά, δημιούργησε συντεχνιακά κέντρα παραγωγής και εμπορίας των Αμπάδων. Σημαντικότερο ήταν το Ρουφέτι των Αμπατζήδων της Φιλιππούπολης (1685). Από το τέλος του 18ου αιώνα, την εποχή της πρωτοβιομηχάνισης, το δυτικό μάλλινο ύφασμα, και η αυξανόμενη χρήση του βαμβακιού, εκτόπισαν την εγχώρια παραγωγή. Η κατεργασία του μαλλιού, η οποία γίνεται στο σπίτι, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα ακολουθεί τα επόμενα στάδια: πλύσιμο, ζεμάτισμα- ξάσιμο, άνοιγμα, λανάρισμα – γνέσιμο.

Βαμβάκι

Η αυξημένη ζήτηση βαμβακερών υφασμάτων, στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή αγορά από το 1828 έδωσε ώθηση στη βαμβακοκαλλιέργεια της Θράκης. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα πολλές περιοχές αναδείχθηκαν σ’αξιόλογα κέντρα παραγωγής βαμβακιού αρίστης ποιότητας. Οι γυναίκες με το τσικρίκι ξεχώριζαν τις ίνες του βαμβακιού από το σπόρο, έκοβαν το βαμβάκι με το δοξάρι, εργασία αντίστοιχη με το λανάρισμα των μαλλιών. Στη συνέχεια, με τη ρόκα και το αδράχτι έκλωθαν το βαμβάκι. Πολύ νωρίς η βαμβακερή κλωστή αντικαταστάθηκε από το νήμα του εμπορίου, το φελιμένι.

Λινάρι

«Σκεπαστιανές περίφανες λιναροπαιδεμένες Σοφιδιώτισσες όμορφες, οκνές και χαϊδεμένες»
Η καλλιέργεια του λιναριού στη Θράκη ως το 1900 ήταν από τις πιο προσοδοφόρες. Οι γεωργοί από το σπόρο του λιναριού έβγαζαν, στους μπεζιρχανάδες, το μπεζίρι (λινέλαιο) και από τις ίνες του λινόξυλου έβγαζαν τη λιναρένια κλωστή. Η κατεργασία του λιναριού από το χωράφι ως την κατασκευή της κλωστής γινόταν από οργανωμένες ομάδες γυναικών με αρχηγό τη δραγομάνα. Πριν την τέλεια ωρίμανση του σπόρου τα φυτά ξεριζώνονταν, γινόταν η συγκομιδή του σπόρου και μετά ακολουθούσε το βρόχιασμα. Αφού μούσκευαν σε ειδικούς λάκκους τα δεμάτια για 10-15 ημέρες ώστε να σαπίσει το ξυλώδες μέρος του βλαστού, έκαναν το λιάσιμο (στέγνωμα) και το «βαρούσαν» με τον κόπανο ώστε να πέσει το λινόξυλο. Με νέο κοπάνισμα έπεφτε η ξυλόριζα από την οποία έκαναν δεύτερης ποιότητος κλωστή το κροκίδι. Από το λινάρι που έμενε με νέο κοπάνισμα έβγαζαν το σώντυμα. Τέλος το καθαρό λινάρι έβγαινε με το χτύπημα του λιναριού στο μέλιγκα ή μέλκια ή μάγγανο, και τη κλωστή τη βούρτσιζαν με βούρτσα γουρουνότριχας. Η συνεχής κοπιαστική προσπάθεια για την εξαγωγή της φυτικής κλωστής σώθηκε στη λαϊκή έκφραση «του λιναριού τα πάθη».