Προτάσεις

LiFO αφιέρωμα ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: ΕΜΘ

Με μεγάλη χαρά το ΕΜΘ συμμετέχει στο αφιέρωμα του LiFO ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ: Οι επιμελητές των Ελληνικών μουσείων αφηγούνται την ιστορία των αγαπημένων τους εκθεμάτων και συμβάλλουν στη δημιουργία ενός μεγάλου ψηφιακού αρχείου.
Η κ. Γιαννακίδου γράφει για το δικό της αγαπημένο..ένα εικονοστάσι
Ευχαριστούμε το LIFO και τον Χρήστο Παρίδη γιαυτό το αφιέρωμα.

Ακολουθεί το κείμενο της κ.Γιαννακίδου

Πάντοτε με συγκινούσαν οι νοικοκυρεμένες αγροτικές αυλές. Χαμηλοτάβανα σπίτια, ασβεστωμένα μικρά παράθυρα, προσεκτικά βαμμένα γαλανά ή τσαγαλιά. Κατιφέδες, βασιλικοί και σιμσίρια. Και δίπλα η αποθήκη με όλα τα ενακαιρίσια πράγματα στοιβαγμένα. Αποθήκες του πολιτισμού μας. Οι αφηγήσεις των προσφύγων έστηναν στα μάτια μου εικόνες. Ο χαλασμός, ο πόλεμος, η Κατοχή, η Απελευθέρωση. Κι ύστερα πάλι πόλεμος. Ο Εμφύλιος. Άνθρωποι βασανισμένοι. Η πρωτομηχανική καλλιέργεια και το συνάλλαγμα υπόσχονταν ευκαιρίες για διέξοδο από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Τα χιλιογανωμένα κατσαρολικά και ο αργαλειός αράχνιασαν περιφρονημένα. Το ίδιο και τα γεωργικά, τα ποιμενικά και τα επαγγελματικά σύνεργα, τα πήλινα και τα χαλκώματα. Ένας κόσμος σε απόσυρση. Και μέσα σε όλα τούτα, ένας ξύλινος θησαυρός. Μου τον παρέδωσαν, τον κράτησα στα χέρια μου σεβαστικά. Οι εσοχές και οι εξοχές του με καθήλωσαν. Βάλθηκα με μανία να τον καθαρίσω. Βγήκαν οι λάσπες είκοσι ετών. Ξεπρόβαλαν τα ρόδα του και οι πατούρες. Πηγή: www.lifo.gr

Πάντοτε με συγκινούσαν οι νοικοκυρεμένες αγροτικές αυλές. Χαμηλοτάβανα σπίτια, ασβεστωμένα μικρά παράθυρα, προσεκτικά βαμμένα γαλανά ή τσαγαλιά. Κατιφέδες, βασιλικοί και σιμσίρια. Και δίπλα η αποθήκη με όλα τα ενακαιρίσια πράγματα στοιβαγμένα. Αποθήκες του πολιτισμού μας. Οι αφηγήσεις των προσφύγων έστηναν στα μάτια μου εικόνες. Ο χαλασμός, ο πόλεμος, η Κατοχή, η Απελευθέρωση. Κι ύστερα πάλι πόλεμος. Ο Εμφύλιος. Άνθρωποι βασανισμένοι.

Η πρωτομηχανική καλλιέργεια και το συνάλλαγμα υπόσχονταν ευκαιρίες για διέξοδο από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Τα χιλιογανωμένα κατσαρολικά και ο αργαλειός αράχνιασαν περιφρονημένα. Το ίδιο και τα γεωργικά, τα ποιμενικά και τα επαγγελματικά σύνεργα, τα πήλινα και τα χαλκώματα. Ένας κόσμος σε απόσυρση. Και μέσα σε όλα τούτα, ένας ξύλινος θησαυρός. Μου τον παρέδωσαν, τον κράτησα στα χέρια μου σεβαστικά. Οι εσοχές και οι εξοχές του με καθήλωσαν. Βάλθηκα με μανία να τον καθαρίσω. Βγήκαν οι λάσπες είκοσι ετών. Ξεπρόβαλαν τα ρόδα του και οι πατούρες.

Ο πρότερος βίος του απροσδιόριστος. Το μόνο βέβαιο, φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον ανώνυμο τεχνίτη. Όμως πού; Μήπως στη Μακρά Γέφυρα, όπου πλανόδιοι τεχνίτες πουλούσαν τη δουλειά τους; Πιθανόν. Για ένα ήμουν σίγουρη. Τέτοιο λαϊκό ξυλόγλυπτο δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Ένα εικονοστάσι πρωτοξάδερφο των βυζαντινών ξυλόγλυπτων που βλέπουμε στα θρακικά ξωκλήσια. Το σχέδιο, το τολμηρό του σκάλισμα και τα αδρά τελειώματα μαρτυρούνε μάστορα γερό, σίγουρο στη δουλειά του. Ψηλαφώντας τ’ ανοίγματα της βάσης, είχα την αίσθηση πως έπιανα τα χριστολούλουδα και τον ξεραμένο άρτο που κρατούσαν οι γυναίκες Μεγαλοβδόμαδο και πως δίπλα έβλεπα το κόκκινο πασχαλινό αυγό ‒ ευλογία για το σπίτι, φυλαχτό για το κακό.

 

Στη γωνιά της κάμαρας, κρεμασμένο στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, δίπλα στα στέφανα. Τι προσευχές δεν άκουσε όταν έβρεχε μερόνυχτα και το ποτάμι φούσκωνε να ξεχειλίσει. Τι κλάματα στην Παναγία να κάνει το θαύμα της που τα χωράφια ξεράθηκαν και η γελάδα δεν βγάζει άλλο γάλα, τι βουβούς λυγμούς για τα μελλούμενα κι άλλους για τα ξόρκια, την άτυχη αγάπη, την ξενιτιά και τον θάνατο. Σε όλα μάρτυρας. Και στις χαρές και στις λύπες. Και πάντοτε να καίει. Ήταν δεν ήτανε γιορτή. Να καίει για να μαλακώνει τον πόνο.

 

Το βαστούσα στα χέρια μου σφιχτά για να μη χάσω τον κόσμο που έφυγε. Για να μη χάσω τον κόσμο που φεύγει.

 

Πάνε χρόνια. «Το φέραμε πρόσφυγες» είπαν. «Έδωσ’ ο Θεός και χτίσαμε δικιά μας κάμαρα. Ψωνίσαμε καινούργιο εικονοστάσι απ’ το Σουφλί, όλο φορμάικα».

 

Καινούργια ζωή - Καινούργιες προσευχές.

Ο πρότερος βίος του απροσδιόριστος. Το μόνο βέβαιο, φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον ανώνυμο τεχνίτη. Όμως πού; Μήπως στη Μακρά Γέφυρα, όπου πλανόδιοι τεχνίτες πουλούσαν τη δουλειά τους; Πιθανόν. Για ένα ήμουν σίγουρη. Τέτοιο λαϊκό ξυλόγλυπτο δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Ένα εικονοστάσι πρωτοξάδερφο των βυζαντινών ξυλόγλυπτων που βλέπουμε στα θρακικά ξωκλήσια. Το σχέδιο, το τολμηρό του σκάλισμα και τα αδρά τελειώματα μαρτυρούνε μάστορα γερό, σίγουρο στη δουλειά του. Ψηλαφώντας τ’ ανοίγματα της βάσης, είχα την αίσθηση πως έπιανα τα χριστολούλουδα και τον ξεραμένο άρτο που κρατούσαν οι γυναίκες Μεγαλοβδόμαδο και πως δίπλα έβλεπα το κόκκινο πασχαλινό αυγό ‒ ευλογία για το σπίτι, φυλαχτό για το κακό. Στη γωνιά της κάμαρας, κρεμασμένο στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, δίπλα στα στέφανα. Τι προσευχές δεν άκουσε όταν έβρεχε μερόνυχτα και το ποτάμι φούσκωνε να ξεχειλίσει. Τι κλάματα στην Παναγία να κάνει το θαύμα της που τα χωράφια ξεράθηκαν και η γελάδα δεν βγάζει άλλο γάλα, τι βουβούς λυγμούς για τα μελλούμενα κι άλλους για τα ξόρκια, την άτυχη αγάπη, την ξενιτιά και τον θάνατο. Σε όλα μάρτυρας. Και στις χαρές και στις λύπες. Και πάντοτε να καίει. Ήταν δεν ήτανε γιορτή. Να καίει για να μαλακώνει τον πόνο. Το βαστούσα στα χέρια μου σφιχτά για να μη χάσω τον κόσμο που έφυγε. Για να μη χάσω τον κόσμο που φεύγει. Πάνε χρόνια. «Το φέραμε πρόσφυγες» είπαν. «Έδωσ’ ο Θεός και χτίσαμε δικιά μας κάμαρα. Ψωνίσαμε καινούργιο εικονοστάσι απ’ το Σουφλί, όλο φορμάικα». Καινούργια ζωή - Καινούργιες προσευχές. Πηγή: www.lifo.gr
Ο πρότερος βίος του απροσδιόριστος. Το μόνο βέβαιο, φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον ανώνυμο τεχνίτη. Όμως πού; Μήπως στη Μακρά Γέφυρα, όπου πλανόδιοι τεχνίτες πουλούσαν τη δουλειά τους; Πιθανόν. Για ένα ήμουν σίγουρη. Τέτοιο λαϊκό ξυλόγλυπτο δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Ένα εικονοστάσι πρωτοξάδερφο των βυζαντινών ξυλόγλυπτων που βλέπουμε στα θρακικά ξωκλήσια. Το σχέδιο, το τολμηρό του σκάλισμα και τα αδρά τελειώματα μαρτυρούνε μάστορα γερό, σίγουρο στη δουλειά του. Ψηλαφώντας τ’ ανοίγματα της βάσης, είχα την αίσθηση πως έπιανα τα χριστολούλουδα και τον ξεραμένο άρτο που κρατούσαν οι γυναίκες Μεγαλοβδόμαδο και πως δίπλα έβλεπα το κόκκινο πασχαλινό αυγό ‒ ευλογία για το σπίτι, φυλαχτό για το κακό. Στη γωνιά της κάμαρας, κρεμασμένο στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, δίπλα στα στέφανα. Τι προσευχές δεν άκουσε όταν έβρεχε μερόνυχτα και το ποτάμι φούσκωνε να ξεχειλίσει. Τι κλάματα στην Παναγία να κάνει το θαύμα της που τα χωράφια ξεράθηκαν και η γελάδα δεν βγάζει άλλο γάλα, τι βουβούς λυγμούς για τα μελλούμενα κι άλλους για τα ξόρκια, την άτυχη αγάπη, την ξενιτιά και τον θάνατο. Σε όλα μάρτυρας. Και στις χαρές και στις λύπες. Και πάντοτε να καίει. Ήταν δεν ήτανε γιορτή. Να καίει για να μαλακώνει τον πόνο. Το βαστούσα στα χέρια μου σφιχτά για να μη χάσω τον κόσμο που έφυγε. Για να μη χάσω τον κόσμο που φεύγει. Πάνε χρόνια. «Το φέραμε πρόσφυγες» είπαν. «Έδωσ’ ο Θεός και χτίσαμε δικιά μας κάμαρα. Ψωνίσαμε καινούργιο εικονοστάσι απ’ το Σουφλί, όλο φορμάικα». Καινούργια ζωή - Καινούργιες προσευχές. Πηγή: www.lifo.gr
 
Ο πρότερος βίος του απροσδιόριστος. Το μόνο βέβαιο, φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον ανώνυμο τεχνίτη. Όμως πού; Μήπως στη Μακρά Γέφυρα, όπου πλανόδιοι τεχνίτες πουλούσαν τη δουλειά τους; Πιθανόν. Για ένα ήμουν σίγουρη. Τέτοιο λαϊκό ξυλόγλυπτο δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Ένα εικονοστάσι πρωτοξάδερφο των βυζαντινών ξυλόγλυπτων που βλέπουμε στα θρακικά ξωκλήσια. Το σχέδιο, το τολμηρό του σκάλισμα και τα αδρά τελειώματα μαρτυρούνε μάστορα γερό, σίγουρο στη δουλειά του. Ψηλαφώντας τ’ ανοίγματα της βάσης, είχα την αίσθηση πως έπιανα τα χριστολούλουδα και τον ξεραμένο άρτο που κρατούσαν οι γυναίκες Μεγαλοβδόμαδο και πως δίπλα έβλεπα το κόκκινο πασχαλινό αυγό ‒ ευλογία για το σπίτι, φυλαχτό για το κακό. Στη γωνιά της κάμαρας, κρεμασμένο στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, δίπλα στα στέφανα. Τι προσευχές δεν άκουσε όταν έβρεχε μερόνυχτα και το ποτάμι φούσκωνε να ξεχειλίσει. Τι κλάματα στην Παναγία να κάνει το θαύμα της που τα χωράφια ξεράθηκαν και η γελάδα δεν βγάζει άλλο γάλα, τι βουβούς λυγμούς για τα μελλούμενα κι άλλους για τα ξόρκια, την άτυχη αγάπη, την ξενιτιά και τον θάνατο. Σε όλα μάρτυρας. Και στις χαρές και στις λύπες. Και πάντοτε να καίει. Ήταν δεν ήτανε γιορτή. Να καίει για να μαλακώνει τον πόνο. Το βαστούσα στα χέρια μου σφιχτά για να μη χάσω τον κόσμο που έφυγε. Για να μη χάσω τον κόσμο που φεύγει. Πάνε χρόνια. «Το φέραμε πρόσφυγες» είπαν. «Έδωσ’ ο Θεός και χτίσαμε δικιά μας κάμαρα. Ψωνίσαμε καινούργιο εικονοστάσι απ’ το Σουφλί, όλο φορμάικα». Καινούργια ζωή - Καινούργιες προσευχές. Πηγή: www.lifo.gr
Ο πρότερος βίος του απροσδιόριστος. Το μόνο βέβαιο, φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον ανώνυμο τεχνίτη. Όμως πού; Μήπως στη Μακρά Γέφυρα, όπου πλανόδιοι τεχνίτες πουλούσαν τη δουλειά τους; Πιθανόν. Για ένα ήμουν σίγουρη. Τέτοιο λαϊκό ξυλόγλυπτο δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Ένα εικονοστάσι πρωτοξάδερφο των βυζαντινών ξυλόγλυπτων που βλέπουμε στα θρακικά ξωκλήσια. Το σχέδιο, το τολμηρό του σκάλισμα και τα αδρά τελειώματα μαρτυρούνε μάστορα γερό, σίγουρο στη δουλειά του. Ψηλαφώντας τ’ ανοίγματα της βάσης, είχα την αίσθηση πως έπιανα τα χριστολούλουδα και τον ξεραμένο άρτο που κρατούσαν οι γυναίκες Μεγαλοβδόμαδο και πως δίπλα έβλεπα το κόκκινο πασχαλινό αυγό ‒ ευλογία για το σπίτι, φυλαχτό για το κακό. Στη γωνιά της κάμαρας, κρεμασμένο στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, δίπλα στα στέφανα. Τι προσευχές δεν άκουσε όταν έβρεχε μερόνυχτα και το ποτάμι φούσκωνε να ξεχειλίσει. Τι κλάματα στην Παναγία να κάνει το θαύμα της που τα χωράφια ξεράθηκαν και η γελάδα δεν βγάζει άλλο γάλα, τι βουβούς λυγμούς για τα μελλούμενα κι άλλους για τα ξόρκια, την άτυχη αγάπη, την ξενιτιά και τον θάνατο. Σε όλα μάρτυρας. Και στις χαρές και στις λύπες. Και πάντοτε να καίει. Ήταν δεν ήτανε γιορτή. Να καίει για να μαλακώνει τον πόνο. Το βαστούσα στα χέρια μου σφιχτά για να μη χάσω τον κόσμο που έφυγε. Για να μη χάσω τον κόσμο που φεύγει. Πάνε χρόνια. «Το φέραμε πρόσφυγες» είπαν. «Έδωσ’ ο Θεός και χτίσαμε δικιά μας κάμαρα. Ψωνίσαμε καινούργιο εικονοστάσι απ’ το Σουφλί, όλο φορμάικα». Καινούργια ζωή - Καινούργιες προσευχές. Πηγή: www.lifo.gr
Ο πρότερος βίος του απροσδιόριστος. Το μόνο βέβαιο, φτιάχτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από κάποιον ανώνυμο τεχνίτη. Όμως πού; Μήπως στη Μακρά Γέφυρα, όπου πλανόδιοι τεχνίτες πουλούσαν τη δουλειά τους; Πιθανόν. Για ένα ήμουν σίγουρη. Τέτοιο λαϊκό ξυλόγλυπτο δεν είχα ξαναπιάσει στα χέρια μου. Ένα εικονοστάσι πρωτοξάδερφο των βυζαντινών ξυλόγλυπτων που βλέπουμε στα θρακικά ξωκλήσια. Το σχέδιο, το τολμηρό του σκάλισμα και τα αδρά τελειώματα μαρτυρούνε μάστορα γερό, σίγουρο στη δουλειά του. Ψηλαφώντας τ’ ανοίγματα της βάσης, είχα την αίσθηση πως έπιανα τα χριστολούλουδα και τον ξεραμένο άρτο που κρατούσαν οι γυναίκες Μεγαλοβδόμαδο και πως δίπλα έβλεπα το κόκκινο πασχαλινό αυγό ‒ ευλογία για το σπίτι, φυλαχτό για το κακό. Στη γωνιά της κάμαρας, κρεμασμένο στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, δίπλα στα στέφανα. Τι προσευχές δεν άκουσε όταν έβρεχε μερόνυχτα και το ποτάμι φούσκωνε να ξεχειλίσει. Τι κλάματα στην Παναγία να κάνει το θαύμα της που τα χωράφια ξεράθηκαν και η γελάδα δεν βγάζει άλλο γάλα, τι βουβούς λυγμούς για τα μελλούμενα κι άλλους για τα ξόρκια, την άτυχη αγάπη, την ξενιτιά και τον θάνατο. Σε όλα μάρτυρας. Και στις χαρές και στις λύπες. Και πάντοτε να καίει. Ήταν δεν ήτανε γιορτή. Να καίει για να μαλακώνει τον πόνο. Το βαστούσα στα χέρια μου σφιχτά για να μη χάσω τον κόσμο που έφυγε. Για να μη χάσω τον κόσμο που φεύγει. Πάνε χρόνια. «Το φέραμε πρόσφυγες» είπαν. «Έδωσ’ ο Θεός και χτίσαμε δικιά μας κάμαρα. Ψωνίσαμε καινούργιο εικονοστάσι απ’ το Σουφλί, όλο φορμάικα». Καινούργια ζωή - Καινούργιες προσευχές. Πηγή: www.lifo.gr
Πάντοτε με συγκινούσαν οι νοικοκυρεμένες αγροτικές αυλές. Χαμηλοτάβανα σπίτια, ασβεστωμένα μικρά παράθυρα, προσεκτικά βαμμένα γαλανά ή τσαγαλιά. Κατιφέδες, βασιλικοί και σιμσίρια. Και δίπλα η αποθήκη με όλα τα ενακαιρίσια πράγματα στοιβαγμένα. Αποθήκες του πολιτισμού μας. Οι αφηγήσεις των προσφύγων έστηναν στα μάτια μου εικόνες. Ο χαλασμός, ο πόλεμος, η Κατοχή, η Απελευθέρωση. Κι ύστερα πάλι πόλεμος. Ο Εμφύλιος. Άνθρωποι βασανισμένοι. Η πρωτομηχανική καλλιέργεια και το συνάλλαγμα υπόσχονταν ευκαιρίες για διέξοδο από την ανέχεια και την εξαθλίωση. Τα χιλιογανωμένα κατσαρολικά και ο αργαλειός αράχνιασαν περιφρονημένα. Το ίδιο και τα γεωργικά, τα ποιμενικά και τα επαγγελματικά σύνεργα, τα πήλινα και τα χαλκώματα. Ένας κόσμος σε απόσυρση. Και μέσα σε όλα τούτα, ένας ξύλινος θησαυρός. Μου τον παρέδωσαν, τον κράτησα στα χέρια μου σεβαστικά. Οι εσοχές και οι εξοχές του με καθήλωσαν. Βάλθηκα με μανία να τον καθαρίσω. Βγήκαν οι λάσπες είκοσι ετών. Ξεπρόβαλαν τα ρόδα του και οι πατούρες. Πηγή: www.lifo.gr
Print
735

x
X