Τα πράγματα μιλούν

Οι ιστορίες ενός καθρέφτη και ενός μπουφέ

 Οι ιστορίες ενός καθρέφτη και ενός μπουφέ με ασπρόρουχα στα συρτάρια του, που δώρισε στο Ε.Μ.Θ. η  κ. Δάφνη Τσερκέζη.  

Κειμήλια ενός κόσμου σε απόσυρση, τεκμήρια, μνήμες θαμπές και εικόνες από τη ζωή των ανθρώπων του κοσμοπολίτικου Κάραγατς, όπως εξελίχθηκε μετά τη λειτουργία του σιδηρόδρομου το 1872.

Η παρουσία των πραγμάτων και οι αφηγήσεις της Δάφνης μου έφεραν στο νού την κλίμακα παλαιότερων εποχών. Ένα παρελθόν μακρινό και θολό, ασαφές και αγνοημένο. Έφερα στο νού μου το εσωτερικό του ξύλινου, πιθανόν, σπιτιού με τα ξύλινα δάπεδα στα δωμάτια και το σαλόνι με τις οβάλ κορνίζες, στολισμένες και κρεμασμένες με κορδονέτο. Έβλεπα την ατλαζένια θήκη, για περιοδικά και εφημερίδες κεντημένη και στολισμένη περίτεχνα, κρεμασμένη σε περίοπτη θέση στο σαλόνι. Άκουγα ψιθύρους από γείτονες και φίλους, καθώς έρχονταν τα βράδια για εκείνες τις βεγγέρες της εποχής και τα τελετουργικά τραπεζώματα με τους δεκάδες μεζέδες. Ένιωθα τους ήχους και τις σκιές της παλιάς ζωής που συναντήσαμε στις σελίδες παλιών χρονικογράφων της ζωής του 1900.

 Χάιδεψα με το χέρι μου την επιφάνεια του ξύλου και στο μυαλό μου σχημάτισα το χάρτη των τόπων και των προσώπων.

 Το πολύτιμο “μπουρό” όπως το έλεγε η κ. Έλλη Καλλίδου, μητέρα της Δάφνης, έφτασε στην Αλεξανδρούπολη, Δεδέαγατς τότε, το 1920. Τότε φορτώθηκε στο τραίνο μαζί με τις άλλες αποσκευές της οικογένειας του Πριγκόπουλου Πασχάλη. Η οικογένεια μετακινήθηκε από το Κάραγατς στον καινούργιο τόπο, με μια αίσθηση ελευθερίας που ήρθε με την ενσωμάτωση της Θράκης στον Ελληνικό κορμό. Το έβλεπα στημένο στο κέντρο του μικρού ξύλινου σπιτιού, σαν αυτά που στέκουν μέχρι σήμερα στο Κάραγατς και την Αδριανούπολη, να δηλώνει με τη παρουσία του, άλλες εποχές, τόσο απόμακρες και συνάμα οικείες.   

Έβλεπα στον καθρέφτη φευγαλέες ματιές, φιλάρεσκα γυναικεία πρόσωπα με χτενίσματα περίτεχνα, φορέματα, στάσεις και χαμόγελα, στιγμές και διαθέσεις προσμονής, πριν τις εξόδους για τον κυριακάτικο εκκλησιασμό όπου δηλώνονταν και οι κοινοτικοί δεσμοί. 

 Έπιανα τα χασεδένια ασπρόρουχα, με τις δαντέλες που σφιχτοδένονταν σε κόρφους που είχαν φωλιάσει παιδιά, το καρέ και το σεμέν, ο απόλυτος όρος της μέσης νοικοκυράς, τις μαξιλαροθήκες με τα νερβίρ και τα κεντημένα μονογράμματα μέσα στο λευκό, κι ήταν η ποίηση των πραγμάτων. Με αυτό το απόλυτο λευκό χρώμα, αυτό με τη δική του δύναμη που συνδέεται  με το φως και τη λιτότητα, την αθωότητα, την αγνότητα την καθαρότητα και την καθαριότητα.

Τα σιδέρωνα και είχα τη γεύση της υγρής φθινοπωρινής ζέστης σ΄εκείνα τα αργόσυρτα απομεσήμερα πολλές δεκαετίες πίσω, που κοπέλες και κυράδες με απίστευτη δεξιότητα έγραφαν στο πανί  ιστορίες υπομονής και αφοσίωσης, ιστορίες προσωπικές και τα όνειρα μιας ζωής, χωρίς πολλές ανάγκες.

Υφαντές καραμελωτές πετσέτες, λευκές, ξομπλιασμένες με κόκκινα μονογράμματα, ζώνες για το φάσκιωμα των παιδιών, απαλά υφασμένες με τις ανάγλυφες ευχές για καλοζωία, όλα φυλαγμένα στην κεντημένη λινοθήκη. Όλα υποθήκες ζωής, χρόνου και μνήμης.

Όλα από τη γιαγιά της Δάφνης απ’ τη μεριά της μάνας της, τη Φανή Πριγκοπούλου από τη Πρίγκηπο που βρέθηκε παντρεμένη στην Αντριανού.

Η παρουσία τους με συγκινεί γιατί σημάδεψαν προσωπικούς χρόνους και οικογενειακές στιγμές και γιατί φτιάχτηκαν για να συγκινούν παρά την υποτιμημένη ποιότητά τους

Η μνήμη, μάς επιτρέπει να σκεφτόμαστε και να μιλάμε, όπως λέει η Μ. Κατσουνάκη.    

Και η  κ.Τσερκέζη  μίλησε για τον Αινίτη γενάρχη Ηλιού, ο οποίος  εγκαταστάθηκε στην Αδριανούπολη εκεί γύρω στα 1850, αλλά και για την αλλαγή του ονόματος από Ηλιού σε Τσερκέζης που οφείλεται στον αδερφό του Ηλιού, τον Γεώργιο Τσερκέζη, τον παππού της Δάφνης.

Ο Γιώργος από την Αδριανούπολη έφτασε στο Δεδέαγατς στα 1900, τότε που το νεοσύστατο κέντρο έδινε την προοπτική μιας ζωής αναβαθμισμένης οικονομικά και κοινωνικά, και η πόλη είχε εμφανή τα χαρακτηριστικά ενός αστικού κέντρου της εποχής, που οφείλονταν στην λειτουργία του σιδηρόδρομου και του λιμανιού. 

Τότε ήταν που στον δεινό ιππέα αλλά και σκληροτράχηλο Γιώργο, αποδόθηκε το προσωνύμιο Τσερκέζης, και έμεινε ως επίθετο για να μας παραπέμπει  σε ιστορίες μακρινές και εικόνες της γεωγραφίας του τόπου,που ήταν ιδανικός για την εκτροφή αλόγων.

Άριστοι ιππείς οι Τσερκέζοι, είχαν βρεθεί στον ευρύτερο χώρο της Θράκης από τη δεκαετία του 1860. Τότε που η Κιρκασία καταλήφθηκε από τους Ρώσους και αυτοί για να μην υποστούν το ζυγό κατέφυγαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και επάνδρωσαν τα αμιγή στρατιωτικά  έφιππα τμήματα του Οθωμανικού στρατού, τα οποία  αποτελούσαν το ¼ του Οθωμανικού ιππικού στον πόλεμο του 1897. 

Αυτός ο λεβέντης καβαλάρης Γιώργος Τσερκέζης έγινε αμαξάς, άνοιξε ένα μαγαζί “ζαχαροπλαστείο” της εποχής όπου πουλούσε γάλατα γιαούρτια και λουκουμάδες .Παντρεύτηκε τη Ραλλού από τη Μάκρη και απέκτησαν το Δημοσθένη. Μετά ήρθε στο κόσμο η Αμαλία, η οποία αρραβωνιασμένη στα 20 της πήγε σε χορό, κρύωσε, αρρώστησε και πέθανε. Η κ Ραλλού τα έβαψε όλα μαύρα προικιά και κουρτίνες.

 Η Φανή, η άλλη τους κόρη πέθανε 6-7 χρονών.

Ο πόλεμος του 1914 τους βρίσκει πρόσφυγες στη Θάσο. Το 1915 απέκτησαν το Τριαντάφυλλο. Ο πόλεμος τέλειωσε τα πράγματα καταλάγιασαν και ο Γιώργος Τσερκέζης με τη γυναίκα του τη Ραλλού και τα παιδιά τους Τριαντάφυλλο και Δημοσθένη, γύρισαν με την ελπίδα να ξαναστήσουν το σπιτικό τους. Με την οικονομική κρίση του 29-30, ο κ. Γιώργος πούλησε το μαγαζί και το σπίτι και αγόρασε ένα μικρό στα τσιμεντένια, στα προσφυγικά. Μετά παράτησε το κυνηγητό του μεροκάματου,την αγωνία και τα δύσκολα και προτίμησε την σιγουριά της ολιγαρκής αυτάρκειας και έγινε φύλακας και κηπουρός στο Δήμο.

 Με τη 3η  Βουλγάρικη κατοχή του 1940 ξαναβρέθηκαν πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη. Πέθανε το 1954 σε ηλικία 86 χρονών.

Ο ένας γιός του Γ. Τσερκέζη ο Δημοσθένης απέκτησε οικογένεια και δούλευε στο παγοποιείο της Αλεξανδρούπολης. 

Ο Τριαντάφυλλος ο πατέρας της Δάφνης σπούδασε. Πήγε στην Παιδαγωγική Ακαδημία η οποία τότε λειτουργούσε για δεύτερη χρονιά, με διευθυντή τον Παπανούτσο και ήταν πολύ περήφανος γι αυτό.

Το 1936 τελείωσε την Παιδαγωγική Ακαδημία και για λίγο εργάστηκε ως δάσκαλος.Το 1938 υπηρέτησε στο στρατό στο Ιππικό.

Με τον πόλεμο του 40, η οικογένεια μπήκε και πάλι σε ανάποδη διαδρομή, αυτή της προσφυγιάς. Ο Τριαντάφυλλος υπηρέτησε στο στρατό μέχρι τον Απρίλιο του 1941 και μέχρι το 1945 δούλεψε στη Θεσ/νίκη στα συσσίτια, ενώ παράλληλα, παρακολουθούσε στη Φιλοσοφική σχολή της Θεσ/νίκης, την οποία όμως δεν τέλειωσε.

Το 1945 επέστρεψε στην Αλεξανδρούπολη και δούλεψε στα γραφεία στέγασης που δημιουργήθηκαν τότε για μια ανακατανομή των οικιών  μετά τις επιτάξεις των σπιτιών στη διάρκεια της Βουλγαρικής κατοχής και το ξερίζωμα των Εβραίων. 

Στη συνέχεια έγινε αξιωματικός, διοικητής στους Μάηδες (Μονάδες Ασφαλείας Υπαίθρου)

Το 1951 εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος. Το 1952 παντρεύτηκε την Έλλη Καλλίδου  απέκτησαν τη Δάφνη και το Γιώργο.

Η Έλλη Καλλίδου, ήταν κόρη της Δάφνης Πριγκοπούλου από τη Πρίγκηπο και του Παναγιώτη Καλλίδη. Η οικογένεια της είχε έρθει το 1920 από το Κάραγατς. Η μητέρα της ήταν μοδίστρα και ο πατέρας της δούλευε στο σιδηρόδρομο. Σιδηροδρομικοί και τα δυό αγόρια του Παναγιώτη Καλλίδη ο Πασχάλης και ο Θανάσης όπως και οι περισσότεροι συγγενείς.

Από τον παππού Παναγιώτη Καλλίδη που χάθηκε νωρίς, τα τραπεζάκια και οι παιδικές chaise longue έμειναν για να αφηγούνται μέχρι σήμερα την κατασκευαστική του επιδεξιότητα.

 Ιστορίες και διαδρομές, προσωπικές και οικογενειακές, κομμάτια που συνθέτουν την τοπική εκδοχή της ιστορίας.

Μιά περιπλάνηση σε πολιτισμικά τοπία, απόμακρα και οικεία συγκίνηση και νοσταλγία, ευκαιρία για επανεκτίμηση του χώρου και του χρόνου 

Ευχαριστίες από καρδιάς σε όλους όσους μοιράζονται μαζί μας διηγήσεις και αναφορές.

                                                                                                                                                Αγγελική Γιαννακίδου 

 

Print
594

x
X