Σκέψεις για την Κοσμοσώτειρα

Με αφορμή το Δεκαπενταύγουστο, κάποιες σκέψεις για το ναό της Κοσμοσώτειρας «την Αγιά Σοφιά της Θράκης», όπως συχνά αποκαλείται, και αποτελεί μία από τις κορυφαίες αρχιτεκτονικές δημιουργίες της ύστερης βυζαντινής περιόδου.

Κτήτορας του ναού ο Σεβαστοκράτωρ Ισαάκιος Κομνηνός. Το 6ο πορφυρογέννητο παιδί και ο τριτότοκος γιος του Αυτοκράτορα Αλέξιου Α! του Κομνηνού (4/4/1081-15-8-1118) και της Ειρήνης Δούκαινας Κομνηνής. Ένα ζεύγους που εκπροσωπούσε την επαρχιακή στρατιωτική αριστοκρατία και την τάξη των δυνατών του Βυζαντίου.

Ο Ισαάκιος (1093–1152 μ.Χ.), ήταν αδελφός της Άννας Κομνηνής (1083–1153 μ.Χ.), Βυζαντινή πριγκίπισσα, από τις σημαντικότερες διανοούμενες του Μεσαίωνα.
Θεωρείται η πρώτη γυναίκα ιστορικός στον δυτικό κόσμο.
Έγραψε την Αλεξιάδα, ένα ιστορικό έπος σε 15 βιβλία που αφηγείται τη ζωή και τη βασιλεία του πατέρα της. Το έργο αυτό αποτελεί πρωτογενή πηγή για την περίοδο της Πρώτης Σταυροφορίας και τις σχέσεις του Βυζαντίου με τη Δύση.

Το 1081 μέσα στην απόλυτη χλιδή της Κωνσταντινούπολης γεννήθηκε ο όμορφος, μορφωμένος, αλλά και απίστευτα φιλόδοξος ο Ισαάκιος, μια εξαιρετικά χαρισματική αλλά και αυτοκαταστροφική προσωπικότητα.
Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, προκειμένου να ανατρέψει τον αδελφό του Αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κομνηνό, το πέρασε με μάχες ίντριγκες και συνωμοσίες.
Αφού απέτυχε επανειλημμένα, φυλακίστηκε και εξόριστος έζησε
σαν κυνηγημένος στις αυλές ξένων ηγεμόνων και ορκισμένων εχθρών του Βυζαντίου (Σελτζούκους Τούρκους μέχρι τους σταυροφόρους της Αντιόχειας), υποκινώντας πολέμους εναντίον της ίδιας της πατρίδας του προκειμένου να πάρει την εξουσία.
Έζησε την ταπείνωση, την καχυποψία και τον διαρκή φόβο της δολοφονίας.
Τελικά συγχωρέθηκε από τον ανιψιό του και επέστρεψε βέβαια όταν ο αδελφός του πέθανε. Σε ηλικία περίπου 57-59 ετών (το 1151–1152 μ.Χ.), άρρωστος και καταβεβλημένος ο Ισαάκιος συνειδητοποίησε το ματαιόδοξο των πράξεών του.
Αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια αλλά και την Βασιλεύουσα και να χτίσει ένα μεγάλο κοινοβιακό ίδρυμα στο δέλτα του Έβρου, 275 km μακριά από την Κωνσταντινούπολη.
Αποσύρθηκε εκεί και διέθεσε ολόκληρη τη μυθική του περιουσία για να χτίσει τη Μονή της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας, στη Βήρα, τις σημερινές Φέρες του Έβρου, που έγινε η «σιωπηλή συγγνώμη» του Ι. Κομνηνού:
Στο λοφίσκο ύψους 90 μέτρων βρίσκονται τα κατάλοιπα του βασιλικού καστρομονάστηρου της Παναγίας της Κοσμοσώτειρας.
Από όλο το μοναστικό συγκρότημα των μέσων του 12ου αιώνα σώζονται τμήματα του οχυρωματικού περιβόλου και το καθολικό, έργο αριστουργηματικής αρχιτεκτονικής, το σημαντικότερο Κομνήνιο μνημείο της Ελλάδας.
Το σημείο στο οποίο χτίστηκε η μονή ελέγχει πλήρως το δέλτα του Έβρου. Έναν τόπο πλουσιότατο σε ψάρια και κυνήγι, κυρίως όμως τόπο ύψιστης γεωστρατηγικής σημασίας καθώς ήλεγχε τις διαθρακικές επικοινωνίες, τόσο μεταξύ Αιγαίου και ενδοχώρας όσο και μεταξύ αιγαιακής δυτικής Θράκης και ανατολικής, συνδέοντας την ηπειρωτική διαγώνιο ή και Βασιλική οδό με την Εγνατία και το Αιγαίο, το Βόσπορο και την Ανατολή.
Η χωροθέτηση της βασιλικής μονής σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο έγινε και για στρατηγικούς λόγους σε μία εποχή μεγάλων μετακινήσεων, καθόδων και εισβολών, από βορρά και βορειοανατολικά (τουρκογενών και σλαβικών λαών), σε μία περιοχή που είχε αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και η οποία είχε ήδη χάσει ένα μεγάλο μέρος των Μικρασιατικών επαρχιών της.
Σε απόσταση 13 χιλιομέτρων, από την Τραϊνούπολη, τη κοντινότερη τότε μεγάλη πολιτεία χτισμένη από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στις αρχές του 2ου μ.Χ., το καστρομονάστηρο της Κοσμοσώτειρας θα ασκούσε έλεγχο στο σκόρπιο αγροτικό κόσμο και θα ενίσχυε την οικονομία καθώς και το φρόνημα των ντόπιων.
Τον 14ο αιώνα, λίγο πριν κατακτηθεί η δυτική όχθη του Έβρου από τους Οθωμανούς Τούρκους, (1355_1360) ο Ιωάννης Καντακουζηνός το αποκαλούσε «Φρούριον καρτερότατον».
Φαίνεται όμως ότι η μονή είχε πάψει να λειτουργεί ως οίκος λατρείας και είχε όντως μετατραπεί σε φρούριο.
Εκεί λοιπόν στη Βήρα της Θράκης, κοιτάζοντας τον κάμπο και τον ποταμό, πήρε μια απόφαση: δεν θα πάλευε άλλο για τους θρόνους των ανθρώπων.
Θα έχτιζε ένα επίγειο «παλάτι» για την Παναγία, την Κοσμοσώτειρα — αυτή που σώζει τον κόσμο, αλλά και τις χαμένες ψυχές.
Ξόδεψε όλη την μυθική περιουσία που του είχε απομείνει.
Έφερε τους καλύτερους αρχιτέκτονες και αγιογράφους από την Βασιλεύουσα. Ήταν τόσο παθιασμένος, που επέβλεπε ο ίδιος τις εργασίες, ακόμα κι όταν δεν μπορούσε πια να περπατήσει.
Όταν ο ναός ολοκληρώθηκε, ο Ισαάκιος, συνέταξε και το τυπικό της μονής, ένα εξαιρετικά πολύτιμο κείμενο που απαρτίζεται από 119 άρθρα.
Εκεί μας δίνει μοναδικές πληροφορίες για την ευρύτερη περιοχή του δέλτα αλλά και οδηγίες, όπως, πώς να ταφεί μέσα στον ναό, ή πώς την ημέρα της μνήμης του κάθε χρόνο, οι μοναχοί οφείλουν να ταΐζουν τους φτωχούς και τους οδοιπόρους της περιοχής, θυμίζοντας πως κι εκείνος υπήρξε κάποτε ένας απελπισμένος οδοιπόρος.
Μέσα από το κείμενο του Ισαάκιου στο τυπικό της Μονής υποδηλώνεται και φαίνεται ο ρόλος τον οποίον έπρεπε να διαδραματίσει η μονή στον κοινωνικό περίγυρο, η οργανωτική δομή και ο τρόπος λειτουργίας του του ιδρύματος, τα περιουσιακά του στοιχεία με τα οποία το προικίζει, το κοινωφελές έργο που έπρεπε να επιτελεί, τη φιλοξενία που έπρεπε να παρέχει στον φιλικό κύκλο του κτήτορα αλλά και σε κάθε διερχόμενο και σε κάθε ντόπιο αλλά και τα μνημόσυνα που έπρεπε να τελεί υπέρ αναπαύσεως των ψυχών γεννητόρων του Ισαακίου και των άλλων δικών του.
Όρισε μάλιστα στο Τυπικό ότι οι μοναχοί έπρεπε να προσεύχονται αιώνια για την ανάπαυση της βασανισμένης ψυχής του.

Οι μοναχοί δεν ήταν πάνω 50 και 24 αυτοί που τους εξυπηρετούσαν, όλοι δε άνω των 30 ετών και όποιος έμπαινε στον περίβολο δεν ήταν κάτω των 24 ετών. Η είσοδος ήταν απαγορευμένη στις γυναίκες με εξαίρεση τις θεομητορικές εορτές.
Στον εσωτερικό περίβολο του καστρομονάστηρου υπήρχε το καθολικό, η τράπεζα του κοινόβιου, το σκευοφυλάκιο, η βιβλιοθήκη, το οίκημα του γραμματικού Μιχαήλ του φίλου του Ισαάκιου, οι τάφοι των φίλων του, μία κινστέρνα και ένα λουτρό.
Στον εξωτερικό περίβολο υπήρχε ένα ακόμα λουτρό για δημόσια χρήση, ένας ξενώνας, ένα νοσοκομείο 36 κλίνες- γηροκομείο με και ο ναός του Αγίου Προκοπίου για τον εκκλησιασμό των λαϊκών.
Στον πυλώνα έρχονταν όσοι περίμεναν το συσσίτιο που μοίραζε η μονή.
Εκτός περιβόλου υπήρχε, το κοιμητήριο για τους μοναχούς, το υδραγωγείο και δύο γέφυρες πάνω από το χείμαρρο, οι μύλοι και οι στάβλοι, τα προάστια όπου κατοικούσαν οι πάροικοι.
Τα μοναστηριακά κτήματα, οι αμπελώνες, τα σταροχώραφα, οι ψαρότοποι, οι αποθήκες, τα εργαστήρια εκτείνονταν μέχρι την Τριανούπολη και τα περίχωρά της, ενώ υπήρχαν και άλλα ακίνητα διάσπαρτα στην περιοχή.
Το μοναστήρι διέθετε και καΐκια για το ψάρεμα και τις μεταφορές προϊόντων.
Το ταφικό μνημείο του Σεβαστοκράτορα Κομνηνού είναι η διαδρομή ενός ανθρώπου από την ύβρη, την αλαζονεία για τον θρόνο, στο τίμημα της αλαζονείας που ήταν εξορία, ο πόνος και ο φόβος
και από εκεί στη μετάνοια και τελικά στη λύτρωση με την δημιουργία αυτού του αριστουργήματος.
Η Κοσμοσώτειρα, αυτό το καταφύγιο ψυχής και προσευχής, τέχνης και φιλανθρωπίας είναι τελικά μια αιώνια εξομολόγηση.
Ένα μνημείο που δεν χτίστηκε μόνο από από ευσέβεια, αλλά ως
η «σιωπηλή συγγνώμη» ενός πρίγκιπα προς τον Θεό και την ιστορία.
Ο Ισαάκιος Κομνηνός μετέτρεψε την πολιτική του αποτυχία και τις τύψεις του σε ένα αριστούργημα που επιβιώνει σχεδόν ανέπαφο μέχρι σήμερα. Είναι η εγγεγραμμένη στο χώρο «συγγνώμη από την ιστορία», και συγχώρεση ως εξιλέωση για τις ίντριγκες, τη καταστροφή και τις βαθιές πληγές που άνοιξε στο ίδιο το σώμα της αυτοκρατορίας: Τη συμμαχία με τους ορκισμένους της εχθρούς. Τις λεηλασίες, τις καταστροφές και τους θανάτους των Βυζαντινών πολιτών από τους ξένους στρατούς με δική του υπαιτιότητα.
Και με το προσωνύμιο που έδωσε θέλησε να αποδώσει την υπέρτατη ελπίδα: ότι η χάρη και η αγάπη Της ξεπερνούν τα ανθρώπινα σφάλματα, τους πολέμους και τα σύνορα.
Ακόμη και μέσα από τις τέσσερις, ανεπίγραφες αγιογραφίες μου φαίνεται σαν να προσπαθεί μέσα από τη βυζαντινή τέχνη να να μετασχηματίσει την αυτοκρατορική αλαζονεία σε βαθιά θρησκευτική ευλάβεια, τη κοσμική δύναμη σε πνευματική σωτηρία.
Και οι πάνοπλοι αυτοί στρατιωτικοί άγιοι ως αγέρωχοι Βυζαντινοί ευγενείς που αιώνες τώρα μας θωρούν, πέρα από τον μύθο, γίνονται σύμβολα της πνευματικής και φυσικής προστασίας των συνόρων που παραδίδουν τα όπλα τους στην «Κοσμοσώτειρα» (αυτή που σώζει τον κόσμο).
Φαίνεται ότι τίποτα δεν είναι τυχαίο στη συνάντηση αυτού του μνημείου με τον τόπο και την ιστορία της Θράκης.
Η τοποθέτηση του ναού στις Φέρες, πάνω στον οδικό άξονα που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, το μνημείο δίνει μια πνευματικότητα στη γεωγραφία της περιοχής σκεφτόμουνα.
Στην εσχατιά των συνόρων:
Εδώ όπου οι άνθρωποι ιστορικά μάχονταν για εδάφη,
η Κοσμοσώτειρα στέκει ως υπενθύμιση μιας άλλης «νίκης»
όχι των όπλων αλλά της νίκης της ειρήνης, της μετάνοιας και της συμφιλίωσης.
Στα σύνορα, εκεί που οι πολιτισμοί συναντώνται και οι δοκιμασίες είναι συχνές, η «Σωτηρία του Κόσμου» στέκει ως ένα διαχρονικό καταφύγιο ελπίδας —
μια υπενθύμιση ότι πάνω από τους ανταγωνισμούς των ανθρώπων, η αγάπη και η συνύπαρξη είναι η μόνη αληθινή προστασία.
Η Θράκη είναι ένας από τους ελάχιστους τόπους στην Ευρώπη όπου η χριστιανική και η μουσουλμανική κοινότητα συνυπάρχουν καθημερινά με σεβασμό, ειρήνη και αλληλεγγύη, ξεπερνώντας πολλές ιστορικές εντάσεις.
Όπως ο ίδιος ο ιδρυτής της από άνθρωπος των μαχών, των συνωμοσιών και του μίσους, παραδόθηκε τελικά στην ταπεινότητα και την προσφορά, έτσι και ο ναός εκπέμπει αυτό το μήνυμα:
η μόνη μάχη που αξίζει να κερδηθεί είναι αυτή απέναντι στον εγωισμό μας.

Αγγελική Γιαννακίδου