Ένα έθιμο με αναγωγή στα αρχαία Δημήτρια, τη γιορτή της σποράς και της
γονιμότητας.
Στα χρόνια της οθωμανικής περιόδου, οι κάτοικοι του χωριού, βρήκαν έναν τρόπο
από τη μία να ‘τιμούν’ το Μπέη (εξ ου και η ονομασία Μπέης), ο οποίος
λειτουργούσε τα χρόνια εκείνα και ως φοροεισπράκτορας και ταυτόχρονα να τον
ξεγελούν ‘διακωμωδούν’. Μέσω του εν λόγω εθίμου, καθιέρωσαν μια γιορτή, η οποία
γίνονταν κάθε χρόνο, με σημειολογική αναφορά και συμβολικά στοιχεία στο
εθιμοτυπικό που ακολουθούνταν.
Ένας από τους κατοίκους του χωριού αναπαρίστανε το Μπέη. Καθισμένος πάνω σε
κάρο, γύριζε από σπίτι σε σπίτι για να εισπράξει τον καθιερωμένο ετήσιο φόρο –
‘ισιούρ(ι)’[1]. Έριχνε μια χούφτα σπόρους (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι κ.α ) στην
αυλή κάθε σπιτιού, λέγοντας την ευχή: ‘πλούδια, μπιμπούδια, αρνούδια,
μουσκαρούδια …. κι απ’ όλα τα μπιρικιτούδια’.
Τα παλικάρια που τον συνόδευαν (αϊλιακτσήδις), κερνούσαν ούζο ή κονιάκ, σταφίδες
και στραγάλια και καλούσαν τον κόσμο να συμμετέχει στη γιορτή. Οι νοικοκυρές
τους έδιναν αυγά βραστά, λουκάνικα, ψωμί κ.α, για μεζέ για το γλέντι που θα
ακολουθούσε.
Αφού τελείωνε το κάλεσμα του χωριού, ‘μαζεύονταν’ στο σπίτι του μπέη. Αργότερα
επικράτησε να ‘μαζεύονται’ σε ένα καφενείο. Εκεί ξεκινούσε το φαγοπότι , με
συνοδεία μουσικής από ξακουστούς μουσικούς-ζουρνατζήδες και νταουλτζήδες. Έξω
ήταν ‘αραδιασμένα’ τα ‘ιντίλια’2 στερεωμένα πάνω σε ένα ξύλο, το οποίο
στο επάνω μέρος του είχε σχήμα σταυρού.
Ύστερα, σχηματίζονταν πομπή, με τον μπέη να προπορεύεται καθισμένος καμαρωτά
πάνω στο κάρο, τους ζουρνατζήδες και τους νταουλτζήδες να τον συνοδεύουν και
πλήθος κόσμου να ακολουθεί.
Όλοι μαζί κατευθύνονταν σε ένα μεγάλο ‘μεϊντάνι’ λίγο έξω από το χωριό (στης
εκκλησιάς το ‘μεϊντάνι’ τα παλιά χρόνια), για την καθιερωμένη αναπαράσταση της
σποράς (όργωμα και σπορά), που αποτελούσε ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του
τελετουργικού της γιορτής.
Ο μπέης μετρούσε το χωράφι με τα βήματα κι έβαζε σημάδια, μέχρι που θα οργώσει.
Δύο νέα παλληκάρια ελεύθερα ή αρραβωνιασμένα[3] ‘ζεύονταν’ το ζυγό, δηλαδή
έμπαιναν στο ζυγό στη θέση των ζώων. Ύστερα ξεκινούσε το όργωμα. Με το ένα
χέρι κρατούσε τον ‘πλούχο’[4] (το αλέτρι ή αλλιώς άροτρο) και προσπαθούσε να
οργώσει και με το άλλο κρατούσε τον ‘κάτσινο’[5] και φοβέριζε τα παλληκάρια, τα
οποία έκαναν επανειλημμένες προσπάθειες να ξεφύγουν. Κάποια στιγμή τα
κατάφερναν και ξέφευγαν από το ζυγό και έτρεχαν μακριά.
Κι αφού τελείωνε το όργωμα, ο μπέης καθόταν να ξεκουραστεί. Η γυναίκα του ‘η
Μπέηνα’, του έφερνε δροσερό νερό στη λαήνα, ψωμί, τυρί κι ένα κρεμμύδι μέσα
στον τορβά, για να φάει και να ξαποστάσει για λίγο. Στη συνέχεια, σειρά είχε η
σπορά. Κρατώντας τον τενεκέ με την ‘σπορά’ στο ένα χέρι, έσπερνε σιτάρι, ή
καλαμπόκι κ.α, ενώ τα παλληκάρια τον ζύγωναν ξανά και ξανά, προσπαθώντας να
τον ρίξουν κάτω στο χώμα. Αυτός αντιστέκονταν, αλλά τελικά μετά από αρκετές
προσπάθειες, τα κατάφερναν και τον έριχναν κάτω.
Συμβολική η όλη διαδικασία. Δήλωνε τον αγώνα των σκλαβωμένων Ελλήνων, να
απελευθερωθούν από τον ‘ζυγό’ και να ανατρέψουν τον κατακτητή.
Στη συνέχεια ξεκινούσε η παλαίστρα, η οποία ήταν πολύ φημισμένη σε όλη την
περιοχή και προσέλκυε πλήθος κόσμου. Ονομαστοί παλαιστές από την
Αδριανούπολη, την Τζουμαγιά Σερρών, καθώς κι από τα γύρω χωριά της περιοχής,
έρχονταν για να πάρουν μέρος.
Τα ζευγάρια κανονίζονταν από βραδύς. Κι η σειρά είχε να κάνει με την ηλικία.
Πρώτα οι μικροί κι ύστερα οι μεγάλοι. Πριν ξεκινήσουν την παλαίστρα – οι
μεγαλύτεροι σε ηλικία παλαιστές- έβγαιναν κατά ζευγάρια και κρατώντας ένα
μαντήλι δεμένο στις τέσσερις γωνίες, έτσι ώστε να σχηματίζει ‘χούφτα’, μάζευαν
‘πάρσα’, δηλαδή αμοιβή από τον κόσμο που ήταν συγκεντρωμένος για να
παρακολουθήσει την παλαίστρα.
Κι ο αγώνας ξεκινούσε… ο ζουρνάς και το νταούλι δημιουργούσαν την κατάλληλη
ατμόσφαιρα, ο ήχος δυνάμωνε ή χαμήλωνε ανάλογα με την κρισιμότητα της φάσης.
Ο κόσμος παρακολουθούσε με αγωνία, έπαιρνε το μέρος του ενός ή του άλλου
παλαιστή, χειροκροτούσε και επευφημούσε, στοιχηματίζοντας για τον νικητή.
Οι παλαιστές έπαιρναν κάποια δώρα, αλλά ο τελικός νικητής, δηλαδή αυτός που θα
προέκυπτε από τον αγώνα μεταξύ των νικητών, θα έπαιρνε ως έπαθλο το ‘κότσι’
δηλαδή το κριάρι.
Πριν ξεκινήσει το γλέντι για όλο τον κόσμο, ο μπέης έκοβε την πίτα και μοίραζε τα
κομμάτια στους παρευρισκόμενους άνδρες. Όποιος έπαιρνε το κομμάτι που είχε μέσα
‘τη δραχμή’, αναδεικνύονταν ο μπέης της επόμενης χρονιάς και κερνούσε τον κόσμο.
Το έθιμο αυτό κρατάει μέχρι και σήμερα και αναβιώνετε μια εβδομάδα πριν την
καθαρά Δευτέρα.
[1] ισιούρ(ι) από την τουρκική λέξη Öşür (προέλευση από την αραβική λέξη ushr) και σημαίνει «το ένα δέκατο»
(1/10). Είναι ο γνωστός φόρος της δεκάτης, που επιβαλλόταν στην ακαθάριστη γεωργική παραγωγή, βασισμένος
στις ισλαμικές αρχές. Σε οθωμανικά έγγραφα θα το βρούμε και στον πληθυντικό αριθμό, ως Aşar που σημαίνει
«δέκατα».
[2] ‘ιντίλια’ – δώρα για τους συμμετέχοντες παλαιστές, τα οποία ήταν στερεωμένα πάνω σε ένα ξύλο με σχήμα
σταυρού ( φανερός ο συμβολισμός του θρησκευτικού στοιχείου). Τα δώρα ήταν κομμάτια από ύφασμα, σουγιές
πουκάμισα και πετσέτες. Στα νεότερα χρόνια τοποθετούνται επίσης μπάλες ή μπαλόνια ως έπαθλο, για τα τους
μικρούς παλαιστές, τα παιδιά που συμμετέχουν στη διαδικασία. Στην κορυφή του ξύλινου σταυρού υπήρχε ένα
μεγάλο καρφί στο οποίο έμπηγαν μια ‘ρέγγα’ κι ένα κρεμμύδι.
[3] ελεύθερα ή αρραβωνιασμένα έντονη η σημειολογία, με αναφορά στον αγώνα για ελευθερία
[4] πλούχος – το αλέτρι ή αλλιώς άροτρο
[5] ‘κάτσινος’ – ξύλινο ραβδί με σιδερένια μυτερή τριγωνική άκρη- κεντρί.
Διοργάνωση εθίμου : Ομάδα Μπέη & Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Ριζίων
Έβρου
Πηγή : Λεύκωμα – Πολιτιστικό ημερολόγιο του Εκπολιτιστικού Μορφωτικού
Συλλόγου Ριζίων (Ε.Μ.Σ Ριζίων).
Κείμενο: Κυριακή Μπουρμά & Αικατερίνη Γκαρελίδου


